προτεραιότητα
προροή
προκάνω
μπροστά νωρίτερα
η αξιολογική σειρά στην οποία τοποθετούμε διάφορες δραστηριότητες
προργώ προτάζω προτείνω προρέω προλέγω πρόλογος πρόταση προροή πρ προτάση
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω προδίδω προλαμβάνω προκάνω προεργώ προουργώ πρόκαμα προγέννηση
πρόκαμα προγέννηση
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω προδίδω προλαμβάνω προκάνω προεργώ προουργώ
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω προδίδω προλαμβάνω προκάνω προεργώ
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω προδίδω προλαμβάνω αρχηθέτω πρωτοτεθεί αρχιτεθεί αρχιφάσκω
πρώτη σειρά ενδιαφέροντος, στην ιεράρχηση στόχων
επείγοντα
![]() |
| From Theoretical philosophical psychology-Θεωρητική φιλοσοφική ψυχολογία |
πρωτοβάζω πρωτοθέτω πρωτοστατώ προτωστέκω αρχηθέτω πρωτοτεθεί αρχιτεθεί αρχιφάσκω πρωτοφάσκω
προτεραιότητα
http://el.wiktionary.org/wiki/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1
-
προτεραιότητα
Πίνακας περιεχομένων[Απόκρυψη] |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | προτεραιότητα | προτεραιότητες |
| γενική | προτεραιότητας | προτεταιοτήτων |
| αιτιατική | προτεραιότητα | προτεραιότητες |
| κλητική | προτεραιότητα | προτεραιότητες |
[
]
Ετυμολογία
- προτεραιότητα < αρχαία ελληνική προτεραῖος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
προτεραιότητα θηλυκό
- το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξυπηρετηθεί πρώτος
- οι γονείς με μικρά παιδιά εισέρχονται στο μουσείο κατά προτεραιότητα
- το να αξιολογείται κάποιος ή κάτι ως επείγον ή μεγαλύτερης σημασίας έναντι άλλων
- αυτή τη στιγμή τα εθνικά θέματα έχουν την προτεραιότητα στις κινήσεις της κυβέρνησης
- το δικαίωμα ενός οδηγού να στρίψει ή να διασχίσει το δρόμο πριν από ένα άλλο όχημα
- σε μια διασταύρωση προτεραιότητα έχει αυτός που έρχεται από τα δεξιά
[
]
[
]
Μεταφράσεις
-
-
προτεραιότητα
Πίνακας περιεχομένων [Απόκρυψη]
1 Ελληνικά (el)
1.1 Ετυμολογία
1.2 Προφορά
1.3 Ουσιαστικό
1.3.1 Συγγενικές λέξεις
1.3.2 Μεταφράσεις
[] Ελληνικά (el)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προτεραιότητα προτεραιότητες
γενική προτεραιότητας προτεραιοτήτων
αιτιατική προτεραιότητα προτεραιότητες
κλητική προτεραιότητα προτεραιότητες
[] Ετυμολογία
προτεραιότητα < αρχαία ελληνική προτεραῖος
[] Προφορά
ΔΦΑ : /pɾɔ.tɛ.ɾɛ.ˈɔ.ti.ta/
[] Ουσιαστικό
προτεραιότητα θηλυκό
το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξυπηρετηθεί πρώτος
οι γονείς με μικρά παιδιά εισέρχονται στο μουσείο κατά προτεραιότητα
το να αξιολογείται κάποιος ή κάτι ως επείγον ή μεγαλύτερης σημασίας έναντι άλλων
αυτή τη στιγμή τα εθνικά θέματα έχουν την προτεραιότητα στις κινήσεις της κυβέρνησης
το δικαίωμα ενός οδηγού να στρίψει ή να διασχίσει το δρόμο πριν από ένα άλλο όχημα
σε μια διασταύρωση προτεραιότητα έχει αυτός που έρχεται από τα δεξιά
[] Συγγενικές λέξεις
πρότερος
προτέρημα
προτεραία
[] Μεταφράσεις
προτεραιότητα[ εμφάνιση ]
Κατηγορίες: Ελληνική γλώσσα | Ουσιαστικά (ελληνικά)
-
priority
Dictionary
- noun
- priority
- precedence
- seniority
- antecedence
- precedency
- previousness
-
priority
Listen
Dictionary
noun
priority
precedence
seniority
antecedence
precedency
previousness
-
Found in dictionary: Greek > English.
προτεραιότητα- noun
- antecedence
- precedence
- precedency
- priority
- previousness
- seniority
Related phrases
- I had the right of way.
-
Found in dictionary: Greek > English.
προτεραιότητα
noun
antecedence
precedence
precedency
priority
previousness
seniority
Related phrases
Είχα προτεραιότητα.
I had the right of way.
-
| Αποτελέσματα αναζήτησης για 'προτεραιότητα': | ||
| 1 | προτεραιότητα | right of way. Δείτε επίσης: antecedence - go - order - precedence -preference - priority - way |
| 2 | προτεραιότητα διέλευσης | right of way. Δείτε επίσης: right |
| 3 | προτεραιότητα εκλογής | first refusal. Δείτε επίσης: refusal |
-
Αποτελέσματα αναζήτησης για 'προτεραιότητα':
1 προτεραιότητα right of way. Δείτε επίσης: antecedence - go - order - precedence - preference - priority - way
2 προτεραιότητα διέλευσης right of way. Δείτε επίσης: right
3 προτεραιότητα εκλογής first refusal. Δείτε επίσης: refusal
-
προτεραιότητα η [protereótita] Ο28 : 1α. δυνατότητα που δίνεται σε κπ. να προηγείται σε μια σειρά αναμονής: Οι ανάπηροι και οι υπερήλικες έχουν ~ κατά την επιβίβαση στα λεωφορεία. Οι πολύτεκνοι έχουν δικαίωμα προτεραιότητας στη χορήγηση στεγαστικών δανείων. || το να βρίσκεται κάποιος μπροστά από άλλον σε μια σειρά, επειδή έφτασε νωρίτε ρα από αυτόν: Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. H επιβίβαση των επιβατών στο πλοίο θα γίνει με το δελτίο προτεραιότητας. β. για όχημα που, σύμφωνα με τους οδικούς κανόνες, πρέπει να κινηθεί πριν από κάποιο άλλο σε μια διασταύρωση: Σήμα προτεραιότητας. Δίνω την ~στα οχήμα τα που κινούνται σε κεντρικό δρόμο. Tο όχημα / ο οδηγός που έρχεται από δεξιά έχει ~.Παραβίαση προτεραιότητας. Tρένο προτεραιότητας. 2. πρώτη σειρά ενδιαφέροντος, στην ιεράρχηση στόχων:Θέματα που σχετίζονται με την εθνική άμυνα έχουν απόλυτη ~. Θα ενισχυθούν οι ακριτικοί νομοί κατά ~.Προβλήματα πρώτης προτεραιότητας, επείγοντα. || (πληθ.) η αξιολογική σειρά στην οποία τοποθετούμε διάφορες δραστηριότητες: Δεν τον ενδιαφέρει η κοινωνική προβολή, στη ζωή του έχει θέσει άλλες προτεραιότητες. Ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης;
[λόγ. < αρχ. προτεραῖ(ος) `προηγούμενος΄ -ότης > -ότητα μτφρδ. γαλλ. priorité]
-
προτεραιότητα η [protereótita] Ο28 : 1α. δυνατότητα που δίνεται σε κπ. να προηγείται σε μια σειρά αναμονής:
Οι ανάπηροι και οι υπερήλικες έχουν ~ κατά την επιβίβαση στα λεωφορεία. Οι πολύτεκνοι έχουν δικαίωμα προτεραιότητας στη χορήγηση στεγαστικών δανείων.
|| το να βρίσκεται κάποιος μπροστά από άλλον σε μια σειρά, επειδή έφτασε νωρίτερα από αυτόν:
Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. H επιβίβαση των επιβατών στο πλοίο θα γίνει με το δελτίο προτεραιότητας.
β. για όχημα που, σύμφωνα με τους οδικούς κανόνες, πρέπει να κινηθεί πριν από κάποιο άλλο σε μια διασταύρωση:
Σήμα προτεραιότητας. Δίνω την ~ στα οχήμα τα που κινούνται σε κεντρικό δρόμο. Tο όχημα / ο οδηγός που έρχεται από δεξιά έχει ~. Παραβίαση προτεραιότητας. Tρένο προτεραιότητας.
2. πρώτη σειρά ενδιαφέροντος, στην ιεράρχηση στόχων:
Θέματα που σχετίζονται με την εθνική άμυνα έχουν απόλυτη ~. Θα ενισχυθούν οι ακριτικοί νομοί κατά ~. Προβλήματα πρώτης προτεραιότητας, επείγοντα.
|| (πληθ.) η αξιολογική σειρά στην οποία τοποθετούμε διάφορες δραστηριότητες:
Δεν τον ενδιαφέρει η κοινωνική προβολή, στη ζωή του έχει θέσει άλλες προτεραιότητες. Ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης;
[λόγ. < αρχ. προτεραῖ(ος) `προηγούμενος΄ -ότης > -ότητα μτφρδ. γαλλ. priorité]
-
πρωτοβάζω πρωτοθέτω πρωτοστατώ προτωστέκω αρχηθέτω πρωτοτεθεί αρχιτεθεί αρχιφάσκω πρωτοφάσκω
-
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω
-
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω προδίδω προλαμβάνω
-
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω προδίδω προλαμβάνω προκάνω προεργώ
προσκηνώ προφάσκω προβάζω προθέτω προστατώ προστέκω προδίδω προλαμβάνω προκάνω προεργώ προουργώ πρόκαμα προγέννηση
πρώτη σειρά ενδιαφέροντος, στην ιεράρχηση στόχων
επείγοντα
η αξιολογική σειρά στην οποία τοποθετούμε διάφορες δραστηριότητες
προροή
-
site
-
-



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου