postΜΕΤΑ Theoretical philosophical psychology

clinical philosophy κλινική φιλοσοφία Filosofia clínica , scholar google "θεωρητικη ψυχολογια" "φιλοσοφικη ψυχολογια", scholar google "Theoretical philosophical psychology", postpsychology, metapsychology, ΜΕΤΑΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, Μεταψυχολογία, POST Theoretical philosophical psychology, θεωρητικη φιλοσοφικη ψυχολογια, Theoretical philosophical psychology, φιλοσοφικη ψυχολογια, philosophical psychology, θεωρητικη ψυχολογια, Theoretical psychology, META Theoretical philosophical psychology, postΜΕΤΑpsychology, postΜΕΤΑ Theoretical philosophical psychology, νοοόντι

scholar google

scholar google
  1. Μηχανή αναζήτησης ελληνικών ψηφιακών βιβλιοθηκών http://openarchives.gr/
  2. Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών (EAΔΔ) http://phdtheses.ekt.gr/eadd/

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

love dance

From Φ

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

πυρετοί, άτακτοι, ακανόνιστοι

πλάνη 1 η [pláni] Ο30 : α. εσφαλμένη, λανθασμένη κρίση, γνώμη, αντίληψη· σφάλμα, λάθος: Bρίσκομαι / πέφτω σε ~. β. (νομ.) Δικαστική ~, εσφαλμένη, άδικη δικαστική απόφαση: Yπήρξε θύμα δικαστικής πλάνης. Πραγματική / νομική / (μη) ουσιώδης ~.
[α: αρχ. πλάνη· β: λόγ. σημδ. γαλλ. erreur judiciaire]

πλάνη 2 η : εργαλείο ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη λείανση σκληρών επιφανειών (κυρ. ξύλου ή μετάλλου).
[υστλατ. plan(a) μεταπλ. -η ίσως κατά το σμίλη]

πλάνης [plánis] Ε γεν. πλάνητος, αιτ. πλάνητα, πληθ. πλάνητες, γεν. πλανήτων : (λόγ.) που περιπλανιέται, περιφέρεται, μετακινείται χωρίς να έχει μόνιμο τόπο διαμονής: Zει / διάγει πλάνητα βίον. Πλάνητες αστέρες, οι πλανήτες. Πλάνητες πυρετοί, άτακτοι, ακανόνιστοι. || (ως ουσ.) ο πλάνης.
[λόγ. < αρχ. πλάνης] §


πλάνη 1 η [pláni] Ο30 : α. εσφαλμένη, λανθασμένη κρίση, γνώμη, αντίληψη· σφάλμα, λάθος: Bρίσκομαι / πέφτω σε ~. β. (νομ.) Δικαστική ~, εσφαλμένη, άδικη δικαστική απόφαση: Yπήρξε θύμα δικαστικής πλάνης.Πραγματική / νομική / (μη) ουσιώδης ~.
[α: αρχ. πλάνη· β: λόγ. σημδ. γαλλ. erreur judiciaire]
πλάνη 2 η : εργαλείο ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη λείανση σκληρών επιφανειών (κυρ. ξύλου ή μετάλλου).
[υστλατ. plan(a) μεταπλ.  ίσως κατά το σμίλη]
πλάνης [plánis] Ε γεν. πλάνητος, αιτ. πλάνητα, πληθ. πλάνητες, γεν. πλανήτων : (λόγ.) που περιπλανιέται, περιφέρεται, μετακινείται χωρίς να έχει μόνιμο τόπο διαμονής: Zει / διάγει πλάνητα βίον. Πλάνητες αστέρες,οι πλανήτες. Πλάνητες πυρετοί, άτακτοι, ακανόνιστοι. || (ως ουσ.) ο πλάνης.
[λόγ. < αρχ. πλάνης]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

thinker

From Φ